σκήνωμα

σκήνωμα
-ατος + τό N 3 1-32-8-30-9=80 Dt 33,18; Jos 3,14; JgsA 7,8; Jgs 19,9
tent, hut Dt 33,18; tabernacle Ps 25(26),8; dwelling, habitation Jgs 19,9; σκηνώματα feast of Tabernacles 2 Mc 10,6
σκήνωμα τοῦ μαρτυρίου tabernacle of the testimony 1 Kgs 8,4 *2 Sm 7,23 καὶ σκηνώματα tabernacles-ואהלים for MT ואלהיו and his gods
Cf. BARR 1985, 28-35; CAIRD 1976, 82; HORSLEY 1987, 172; →MM

Lust (λαγνεία). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • σκήνωμα — quarters neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκήνωμα — το, ΝΑ [σκηνῶ (III)] σκηνή, αντίσκηνο νεοελλ. μσν. (σχετικά με πρόσ. και ιδίως με αγίους) το σκήνος, η σορός («το σεπτό σκήνωμα τού αγίου Διονυσίου») μσν. αρχ. το σώμα τού ανθρώπου ως κατοικία τής ψυχής αρχ.1. στρατιωτικός καταυλισμός («εὐθὺς… …   Dictionary of Greek

  • σκήνωμα — το 1. σώμα του ανθρώπου ως κατοικία της ψυχής. 2. λείψανο αγίου: Στην Κέρκυρα βρίσκεται το σκήνωμα του αγίου Σπυρίδωνα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σκηνωμάτων — σκήνωμα quarters neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκηνώμασι — σκήνωμα quarters neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκηνώμασιν — σκήνωμα quarters neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκηνώματα — σκήνωμα quarters neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκηνώματι — σκήνωμα quarters neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκηνώματος — σκήνωμα quarters neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • село — мн. сёла, укр. село, блр. село, др. русск. село жилище; селение; поле , ст. слав. село σκηνή, σκήνωμα; ἀγρός [ населенное место, дворы, жилые и хоз. постройки; поле, земля ] (в обоих знач. в Psalt. Sin.; см. Мейе, Et. 419), болг. село село ,… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • череща — шатер , только русск. цслав., также чьрща (XIII–XIV вв.; см. Срезн. III, 1502, 1570), ср. болг. очръшта, очрьшта (Болонск. псалт., Погодинск. псалт.) σκήνωμα. Недостоверно сравнение с др. инд. kr̥ttiṣ ж. шкура, кожа (Мi. ЕW 34; Бернекер I, 150) …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”